Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrinkage
01
σύσπαση, μείωση
the process of something getting smaller or decrease in size
Παραδείγματα
The shrinkage of his savings forced him to rethink his retirement plan.
Η συρρίκνωση των οικονομιών του τον ανάγκασε να επανεξετάσει το σχέδιο συνταξιοδότησής του.
02
σύσπαση, απώλεια αποθεμάτων
loss of inventory due to theft (shoplifting), damage, or errors in recording
Παραδείγματα
Anti-theft tags help prevent shrinkage of high-value items.
Οι ετικέτες αντικλοπής βοηθούν στην πρόληψη της συστολής των αντικειμένων υψηλής αξίας.
03
συρρίκνωση, σύσπαση
the amount by which something shrinks
Λεξικό Δέντρο
shrinkage
shrink



























