Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrimp
01
γαρίδα, γαρίδες
a small animal from the crustacean family with ten legs that lives in the sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shrimp/shrimps
02
γαρίδα, κρέας γαρίδας
the meat of shrimp commonly eaten as seafood
Παραδείγματα
She cooked shrimp in garlic butter for dinner.
Μαγείρεψε γαρίδες σε βούτυρο σκόρδου για δείπνο.
03
γαρίδα, νάνος
disparaging terms for small people
to shrimp
01
ψαρεύω γαρίδες
fish for shrimp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrimp
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrimps
ενεστώτα μετοχή
shrimping
απλός αόριστος
shrimped
παθητική μετοχή
shrimped
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shrimpy
shrimp



























