Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrewdness
01
πανουργία
a group of apes, specifically orangutans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrewdnesses
02
οξυδέρκεια, πανουργία
intelligence manifested by being astute (as in business dealings)



























