shrapnel
shrap
ˈʃræp
σραιπ
nel
nəl
ναλ
grapnel

Ορισμός και σημασία του "shrapnel"στα αγγλικά

01

θραύσματα, σραπνέλ

fragments from an explosion, causing damage to surroundings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shrapnel
Παραδείγματα
The blast sent shrapnel flying in all directions, causing injuries to nearby civilians. 

Η έκρηξη έστειλε θραύσματα να πετάξουν προς όλες τις κατευθύνσεις, προκαλώντας τραυματισμούς σε κοντινούς πολίτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store