short-handed
short
ʃɔ:thændɪd
shawthāndid
handed

Ορισμός και σημασία του "short-handed"στα αγγλικά

short-handed
01

με έλλειψη προσωπικού, χωρίς επαρκή αριθμό εργαζομένων

lacking a sufficient number of workers or assistants 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most short-handed
συγκριτικός βαθμός
more short-handed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The restaurant was short-handed during the busy lunch hour, causing longer wait times for customers. 

Το εστιατόριο ήταν με ελλιπές προσωπικό κατά τη διάρκεια της πολυσύχναστης ώρας του γεύματος, προκαλώντας μεγαλύτερο χρόνο αναμονής για τους πελάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store