Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to short-circuit
01
παρακάμπτω, κάνω βραχυκύκλωμα
to ignore a rule, avoid details, etc., so that one can do something easily and quickly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
short-circuit
γ΄ ενικό πρόσωπο
short-circuits
ενεστώτα μετοχή
short-circuiting
απλός αόριστος
short-circuited
παθητική μετοχή
short-circuited
Παραδείγματα
He accidentally short-circuited the system while tinkering with the wires.
Ενώ παίζει με τα καλώδια, βραχυκύκλωσε κατά λάθος το σύστημα.
03
εμποδίζω, παρακωλύω
hamper the progress of; impede



























