to short-circuit
short
ʃɔ:t
σοτ
cir
sɜ:
σερ
cuit
kɪt
κιτ

Ορισμός και σημασία του "short-circuit"στα αγγλικά

to short-circuit
01

παρακάμπτω, κάνω βραχυκύκλωμα

to ignore a rule, avoid details, etc., so that one can do something easily and quickly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
short-circuit
γ΄ ενικό πρόσωπο
short-circuits
ενεστώτα μετοχή
short-circuiting
απλός αόριστος
short-circuited
παθητική μετοχή
short-circuited
02

προκαλώ βραχυκύκλωμα, κάνω βραχυκύκλωμα

to disrupt an electrical system by causing a malfunction through a short circuit 
Παραδείγματα
He accidentally short-circuited the system while tinkering with the wires. 

Ενώ παίζει με τα καλώδια, βραχυκύκλωσε κατά λάθος το σύστημα.

03

εμποδίζω, παρακωλύω

hamper the progress of; impede 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store