Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bedevil
01
βασανίζω, ενοχλώ
to continuously create problems for someone or something
Transitive: to bedevil sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bedevil
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedevils
ενεστώτα μετοχή
bedeviling
απλός αόριστος
bedeviled
παθητική μετοχή
bedeviled
Παραδείγματα
Technical glitches seemed to bedevil the software launch.
Τεχνικά προβλήματα φαίνεται να βασάνιζαν την κυκλοφορία του λογισμικού.
02
μπερδεύω, βασανίζω
to cause great confusion, distress, or trouble
Transitive: to bedevil sb
Παραδείγματα
The complicated instructions completely bedeviled me.
Οι περίπλοκες οδηγίες με μπέρδεψαν εντελώς.
03
βασανίζω, τρομοκρατώ
to torment or repeatedly trouble someone
Transitive: to bedevil sb
Παραδείγματα
The relentless teasing from his classmates seemed to bedevil him every day.
Ο αμείλικτος εμπαιγμός από τους συμμαθητές του φαινόταν να τον βασανίζει κάθε μέρα.
Λεξικό Δέντρο
bedevilment
bedevil
devil



























