Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shoo
01
Φύγε!, Άντε!
used to make something or someone go away
Παραδείγματα
Shoo, cat! You're not allowed on the table.
Φύγε, γάτα! Δεν επιτρέπεσαι στο τραπέζι.
to shoo
01
διώχνω, απομακρύνω
drive away by crying `shoo!'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shoo
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoos
ενεστώτα μετοχή
shooing
απλός αόριστος
shooed
παθητική μετοχή
shooed



























