Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shook
01
αποσυναρμολογημένο βαρέλι, αποσυναρμολογημένο βαρέλι
a disassembled barrel; the parts packed for storage or shipment
shook
01
συγκλονισμένος, σοκαρισμένος
surprised, shocked, or emotionally rattled
Παραδείγματα
I felt shook seeing my hard work recognized in front of the entire company.
Αισθάνθηκα συγκλονισμένος βλέποντας τη σκληρή μου δουλειά να αναγνωρίζεται μπροστά σε ολόκληρη την εταιρεία.



























