shook
shook
ʃʊk
shook
shocksnookshnookspook

Ορισμός και σημασία του "shook"στα αγγλικά

01

αποσυναρμολογημένο βαρέλι, αποσυναρμολογημένο βαρέλι

a disassembled barrel; the parts packed for storage or shipment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shooks
01

συγκλονισμένος, σοκαρισμένος

surprised, shocked, or emotionally rattled 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shook
συγκριτικός βαθμός
more shook
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, surprise
Παραδείγματα
I was shook when I got promoted ahead of my peers. 

Σοκαρίστηκα όταν προήχθηκα πριν από τους συνομηλίκους μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store