Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shoal
01
σμήνος, κοπάδι
a large number of fish swimming together
Παραδείγματα
Seabirds dove into the water, eager to feast on the abundant shoal of anchovies migrating along the coast.
Θαλασσοπούλια βούτηξαν στο νερό, πρόθυμα να γευματίσουν από το άφθονο σμήνος αντζούγιας που μεταναστεύει κατά μήκος της ακτής.
Παραδείγματα
Sailors carefully navigated around the shoal to avoid running aground.
Οι ναυτικοί πλοηγήθηκαν προσεκτικά γύρω από τον ύφαλο για να αποφύγουν την αγκυροβολία.
03
a submerged or partially exposed accumulation of sand or sediment, typically visible at low tide
Παραδείγματα
Coastal erosion altered the shape of the shoal over time.
to shoal
Παραδείγματα
Over time, the bay shoaled due to reduced water flow from upstream.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο κόλπος βαθύνεται λόγω της μειωμένης ροής νερού από την πηγή.
Παραδείγματα
The construction of the dam shoaled the downstream river, reducing its depth significantly.
Η κατασκευή του φράγματος έκανε ρηχό το ποτάμι κατάντη, μειώνοντας σημαντικά το βάθος του.
Λεξικό Δέντρο
shoaly
shoal



























