shivery
shi
ˈʃɪ
shi
ve
ry
ri
ri
slivery

Ορισμός και σημασία του "shivery"στα αγγλικά

01

τρομακτικός, φρικιαστικός

provoking fear terror 
shivery definition and meaning
02

τρεμουλιαστός, ριγώδης

slightly trembling or shaking due to cold, illness, fear, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shivery
συγκριτικός βαθμός
more shivery
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt shivery after standing in the rain. 

Ένιωθε τρεμούλα αφού στάθηκε στη βροχή.

Λεξικό Δέντρο

shivery
shiver
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store