Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shibboleth
01
ένα σίμπολεθ, ένα διακριτικό γνώρισμα
a tradition, principle, or practice that identifies or characterizes a specific group or class
Παραδείγματα
The monarchy 's adherence to strict protocol and formalities is often seen as a shibboleth of aristocratic privilege in modern times.
Η τήρηση αυστηρού πρωτοκόλλου και τυπικοτήτων από τη μοναρχία θεωρείται συχνά ως shibboleth αριστοκρατικής προνόμιας στη σύγχρονη εποχή.
02
μια συγκεκριμένη λέξη ή φράση που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση ή τη διάκριση ατόμων, ένα σίμπολεθ
a specific word or phrase used to identify or differentiate individuals
Παραδείγματα
In some historical conflicts, a shibboleth was used to uncover spies or infiltrators posing as locals.
Σε ορισμένες ιστορικές συγκρούσεις, ένα shibboleth χρησιμοποιήθηκε για να αποκαλυφθούν κατάσκοποι ή infiltrators που προσποιούνταν ότι είναι ντόπιοι.



























