sheltered
shel
ˈʃɛl
shel
tered
təd
tēd
shatteredshuttered

Ορισμός και σημασία του "sheltered"στα αγγλικά

01

προστατευμένος, σκεπασμένος

protected from danger or bad weather 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sheltered
συγκριτικός βαθμός
more sheltered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
protection, safety, environment
02

προστατευμένος, προφυλαγμένος

having been protected from hardships or difficulties, often resulting in limited exposure to real-world challenges 
Παραδείγματα
She lived a sheltered life, unaware of the struggles faced by many. 

Έζησε μια προστατευμένη ζωή, αγνοώντας τους αγώνες που αντιμετωπίζουν πολλοί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sheltered
shelter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store