Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sheepishly
01
ντροπαλά, με αμηχανία
in a way that shows embarrassment or awkwardness, especially after a mistake
Παραδείγματα
The artist sheepishly admitted that she had run out of time to finish her painting.
Η καλλιτέχνις παραδέχτηκε ντροπαλά ότι δεν είχε χρόνο να ολοκληρώσει τον πίνακά της.
Λεξικό Δέντρο
sheepishly
sheepish
sheep



























