Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sheepish
01
ντροπαλός, αμήχανος
feeling slightly embarrassed or ashamed, often due to having done something silly or foolish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sheepish
συγκριτικός βαθμός
more sheepish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The boy looked sheepish as he admitted to breaking the vase.
Το αγόρι φαινόταν αμήχανο καθώς παραδεχόταν ότι έσπασε το βάζο.
02
ντροπαλός, αμήχανος
showing a lack of confidence or courage in an awkward way
Παραδείγματα
His sheepish demeanor in front of the crowd showed how nervous he was about public speaking.
Η ντροπαλή του συμπεριφορά μπροστά στο πλήθος έδειχνε πόσο νευρικός ήταν για τη δημόσια ομιλία.
Λεξικό Δέντρο
sheepishly
sheepishness
sheepish
sheep



























