sheepish
shee
ˈʃi
σι
pish
pɪʃ
πισ
/ʃˈiːpɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "sheepish"στα αγγλικά

01

ντροπαλός, αμήχανος

feeling slightly embarrassed or ashamed, often due to having done something silly or foolish
sheepish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sheepish
συγκριτικός βαθμός
more sheepish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist gave a sheepish smile when asked about her unfinished masterpiece.
Ο καλλιτέχνης χαμογέλασε αμήχανα όταν τον ρώτησαν για το ημιτελές αριστούργημά του.
02

ντροπαλός, αμήχανος

showing a lack of confidence or courage in an awkward way
Παραδείγματα
The shy student gave a sheepish nod when the teacher asked if he needed help.
Ο ντροπαλός μαθητής έκανε μια ντροπαλή κίνηση με το κεφάλι όταν ο δάσκαλος τον ρώτησε αν χρειαζόταν βοήθεια.

Λεξικό Δέντρο

sheepishly
sheepishness
sheepish
sheep
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store