sheeny
shee
ˈʃi:
shi
ny
ni
ni
shinnyshinashannyshinney

Ορισμός και σημασία του "sheeny"στα αγγλικά

01

προσβλητικός όρος για έναν Εβραίο, εθνική προσβολή προς έναν Εβραίο

(ethnic slur) offensive term for a Jew 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheenies
01

γυαλιστερός, λαμπερός

having a shiny, glossy, or smooth surface that reflects light 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sheeniest
συγκριτικός βαθμός
sheenier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sheeny fabric of her dress caught everyone's eye as she walked into the room. 

Το γυαλιστερό ύφασμα του φορέματος της τράβηξε όλα τα βλέμματα καθώς μπήκε στο δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store