Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shattering
01
συντριπτικός, βροντερός
seemingly loud enough to break something; violently rattling or clattering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shattering
συγκριτικός βαθμός
more shattering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shattering news of his father's death left him numb with grief.
Η συντριπτική είδηση του θανάτου του πατέρα του τον άφησε μουδιασμένο από θλίψη.
Shattering
01
θρύψιμο, σπάσιμο
the act of breaking something into small pieces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























