shattering
Pronunciation
/ˈʃætɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "shattering"στα αγγλικά

shattering
01

συντριπτικός, βροντερός

seemingly loud enough to break something; violently rattling or clattering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shattering
συγκριτικός βαθμός
more shattering
διαβαθμίσιμο
02

συντριπτικός, καταστροφικός

causing intense emotional distress
Παραδείγματα
The shattering experience of losing their home was something they never fully overcame.
Η συντριπτική εμπειρία της απώλειας του σπιτιού τους ήταν κάτι που δεν ξεπέρασαν ποτέ πλήρως.
01

θρύψιμο, σπάσιμο

the act of breaking something into small pieces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

shattering
shatter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store