shattering
sha
ˈʃæ
shā
tte
ring
rɪng
ring
smatteringscatteringflatteringclattering

Ορισμός και σημασία του "shattering"στα αγγλικά

shattering
01

συντριπτικός, βροντερός

seemingly loud enough to break something; violently rattling or clattering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shattering
συγκριτικός βαθμός
more shattering
διαβαθμίσιμο
02

συντριπτικός, καταστροφικός

causing intense emotional distress 
Παραδείγματα
The shattering news of his father's death left him numb with grief. 

Η συντριπτική είδηση του θανάτου του πατέρα του τον άφησε μουδιασμένο από θλίψη.

01

θρύψιμο, σπάσιμο

the act of breaking something into small pieces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

shattering
shatter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store