Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shambolic
01
χαοτικός, ακατάστατος
having a state of disorder and confusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shambolic
συγκριτικός βαθμός
more shambolic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The office was in a shambolic state after the unexpected power outage.
Το γραφείο βρισκόταν σε ακατάστατη κατάσταση μετά την απρόσμενη διακοπή ρεύματος.



























