shambolic
sham
ʃæm
shām
bo
ˈbɒ
bo
lic
lɪk
lik

Ορισμός και σημασία του "shambolic"στα αγγλικά

01

χαοτικός, ακατάστατος

having a state of disorder and confusion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shambolic
συγκριτικός βαθμός
more shambolic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, organization, chaos
Παραδείγματα
The office was in a shambolic state after the unexpected power outage. 

Το γραφείο βρισκόταν σε ακατάστατη κατάσταση μετά την απρόσμενη διακοπή ρεύματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store