Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shack up
01
συμβιώνω, ζω μαζί
(typically of an unmarried couple) to live together and have a sexual relationship
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
shack
ενεστώτας
shack up
γ΄ ενικό πρόσωπο
shacks up
ενεστώτα μετοχή
shacking up
απλός αόριστος
shacked up
παθητική μετοχή
shacked up
Παραδείγματα
Their friends were surprised when they suddenly shacked up after just a few dates.
Οι φίλοι τους έμειναν έκπληκτοι όταν ξαφνικά άρχισαν να συζούν μετά από λίγα ραντεβού.



























