Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serviceable
01
χρησιμοποιήσιμος, έτοιμος για υπηρεσία
ready for service or able to give long service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most serviceable
συγκριτικός βαθμός
more serviceable
διαβαθμίσιμο
02
χρησιμοποιήσιμος, λειτουργικός
intended or able to serve a purpose without elaboration
03
χρησιμοποιήσιμος, λειτουργικός
able to be used effectively or put to practical use
Παραδείγματα
They found a serviceable solution to the problem using available resources.
Βρήκαν μια χρησιμοποιήσιμη λύση στο πρόβλημα χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα πόρους.
Λεξικό Δέντρο
serviceability
serviceableness
unserviceable
serviceable
service



























