serpentine
ser
ˈsɜ:
pen
pən
pēn
tine
taɪn
tain
turpentine

Ορισμός και σημασία του "serpentine"στα αγγλικά

serpentine
01

ελιγμούς, φίδι

winding or twisting like a snake 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most serpentine
συγκριτικός βαθμός
more serpentine
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, movement, geography
Παραδείγματα
The serpentine road climbed up the mountain with sharp turns. 

Ο ερπυστριοειδής δρόμος ανέβηκε στο βουνό με απότομες στροφές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store