servant
ser
ˈsɜ:
vant
vənt
vēnt
fervent

Ορισμός και σημασία του "servant"στα αγγλικά

01

υπηρέτης, οικιακός βοηθός

a person who does the housework as a job 
servant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
servants
αρσενικό ενικό
manservant
θηλυκό ενικό
maidservant
neutral form
servant
Παραδείγματα
The servant prepared breakfast and tidied up the house before the family woke up. 

Ο υπηρέτης ετοίμασε το πρωινό και τακτοποίησε το σπίτι πριν ξυπνήσει η οικογένεια.

02

υπηρέτης, δούλος

in a subordinate position 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store