Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to separate off
01
διαχωρίζω, απομονώνω
to remove a specific item from a larger group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
separate
ενεστώτας
separate off
γ΄ ενικό πρόσωπο
separates off
ενεστώτα μετοχή
separating off
απλός αόριστος
separated off
παθητική μετοχή
separated off
Παραδείγματα
He separated off the unique collectibles from the rest of the items for a separate auction.
Διάχωρισε τα μοναδικά συλλεκτικά αντικείμενα από τα υπόλοιπα αντικείμενα για μια ξεχωριστή δημοπρασία.
02
διαχωρίζω, χωρίζω
to create a division using a physical barrier
Παραδείγματα
They decided to separate the office space off from the rest of the room using dividers.
Αποφάσισαν να χωρίσουν τον χώρο του γραφείου από το υπόλοιπο δωμάτιο χρησιμοποιώντας χωρίσματα.
03
διαχωρίζω, απομονώνω
to take someone or a group and isolate them from the rest
Παραδείγματα
The teacher decided to separate the noisy students off from the rest of the class to maintain order.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να διαχωρίσει τους θορυβώδεις μαθητές από την υπόλοιπη τάξη για να διατηρήσει την τάξη.



























