separable
se
ˈsɛ
se
pa
ra
ble
bəl
bēl
severable

Ορισμός και σημασία του "separable"στα αγγλικά

01

διαχωρίσιμος, αποσπώμενος

able to be divided or disassembled into distinct parts or components 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most separable
συγκριτικός βαθμός
more separable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
objects, function, structure
Παραδείγματα
The puzzle pieces are separable, allowing them to be put together and taken apart easily. 

Τα κομμάτια του παζλ είναι διαχωρίσιμα, επιτρέποντάς τα να συνδυάζονται και να αποσυνδέονται εύκολα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inseparable
separability
separably
separable
separ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store