Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-improvement
01
αυτοβελτίωση, προσωπική ανάπτυξη
the act of working on oneself to become better or more skilled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She attended workshops for personal development and self-improvement.
Παρευρέθηκε σε εργαστήρια για προσωπική ανάπτυξη και αυτοβελτίωση.



























