self-improvement
self
sɛlf
self
imp
ɪmp
imp
rove
ru:v
roov
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "self-improvement"στα αγγλικά

Self-improvement
01

αυτοβελτίωση, προσωπική ανάπτυξη

the act of working on oneself to become better or more skilled 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She attended workshops for personal development and self-improvement. 

Παρευρέθηκε σε εργαστήρια για προσωπική ανάπτυξη και αυτοβελτίωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store