self-improvement
Pronunciation
/ˈsɛɫfɪmˈpɹuvmənt/

Ορισμός και σημασία του "self-improvement"στα αγγλικά

Self-improvement
01

αυτοβελτίωση, προσωπική ανάπτυξη

the act of working on oneself to become better or more skilled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Practicing mindfulness and meditation contributes to self-improvement.
Η πρακτική της ενσυνειδητότητας και του διαλογισμού συμβάλλει στην αυτοβελτίωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store