self-discipline
self
sɛlf
σελφ
disc
dɪs
ντισ
ip
əp
απ
line
lɪn
λιν

Ορισμός και σημασία του "self-discipline"στα αγγλικά

Self-discipline
01

αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχος

the ability to control one's behavior and actions in order to achieve a goal or complete a task 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Waking up at 5 AM daily for workouts requires strong self-discipline. 

Το ξύπνημα στις 5 π.μ. καθημερινά για προπόνηση απαιτεί ισχυρή αυτοπειθαρχία.

02

αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχος

the act of denying yourself; controlling your impulses 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store