Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-consciousness
01
αμηχανία, ντροπαλότητα
embarrassment or discomfort arising from the awareness that others are observing or judging one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She blushed with self-consciousness in front of the audience.
Ερυθρίασε από αμηχανία μπροστά στο κοινό.
02
αυτοσυνείδηση, συνείδηση του εαυτού
awareness of oneself combined with the recognition that others may also be aware of one
Παραδείγματα
Self-consciousness allows people to reflect on their social behavior.
Αυτοσυνείδηση επιτρέπει στους ανθρώπους να αναλογίζονται την κοινωνική τους συμπεριφορά.



























