self-collected
self
sɛlf
σελφ
co
κα
llec
lɛk
λεκ
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "self-collected"στα αγγλικά

self-collected
01

εγκρατής, ήρεμος

having control over one’s thoughts and emotions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-collected
συγκριτικός βαθμός
more self-collected
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, mind
Παραδείγματα
She stayed self-collected through the difficult conversation. 

Παρέμεινε ψύχραιμη κατά τη διάρκεια της δύσκολης συζήτησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store