Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sediment
01
ίζημα, κατακάθι
particles of solid material that settle at the bottom of a liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Archaeologists sifted through layers of sediment to uncover ancient artifacts.
Οι αρχαιολόγοι κοσκίνισαν στρώσεις ιζήματος για να αποκαλύψουν αρχαία αντικείμενα.
02
ιζήματα, κατακάθια
particles of rock, minerals, or organic materials that have been transported by wind, water, or ice, and deposited in layers on the Earth's surface
to sediment
01
καθιζάνω, ιστορώ
settle as sediment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sediment
γ΄ ενικό πρόσωπο
sediments
ενεστώτα μετοχή
sedimenting
απλός αόριστος
sedimented
παθητική μετοχή
sedimented
02
καταβιβάζω, ιζηματοποιώ
deposit as a sediment



























