seaweed
sea
ˈsi:
si
weed
wi:d
vid

Ορισμός και σημασία του "seaweed"στα αγγλικά

01

φύκι, θαλάσσια άλγη

a type of plant that grows in or near the sea 
seaweed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seaweeds
Παραδείγματα
I enjoy the refreshing taste of seaweed salad. 

Απολαμβάνω τη δροσιστική γεύση της σαλάτας με φύκια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store