seawater
sea
ˈsi:
si
wa
ˌwɔ:
vaw
ter
seamster

Ορισμός και σημασία του "seawater"στα αγγλικά

01

θαλασσινό νερό, αλμυρό νερό

water containing salts 
seawater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seawaters

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store