seated
sea
ˈsi:
si
ted
tɪd
tid
seamedsealedseabedseared

Ορισμός και σημασία του "seated"στα αγγλικά

01

καθιστός, τοποθετημένος

positioned or settled in a seat or chair 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seated
συγκριτικός βαθμός
more seated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, posture, events
Παραδείγματα
The seated audience listened attentively to the speaker. 

Το καθιστό ακροατήριο άκουσε με προσοχή τον ομιλητή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seated
seat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store