seating
Pronunciation
/ˈsitɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "seating"στα αγγλικά

01

διάταξη θέσεων, υπηρεσία διάταξης θέσεων

the service of ushering people to their seats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

καθίσματα, περιοχή καθισμάτων

an area that includes places where several people can sit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store