Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seawall
01
κυματοθραύστης, ανάχωμα
a protective structure of stone or concrete; extends from shore into the water to prevent a beach from washing away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seawalls
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seawall
sea
wall



























