Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seated
01
καθιστός, τοποθετημένος
positioned or settled in a seat or chair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seated
συγκριτικός βαθμός
more seated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The seated musician adjusted the height of the piano bench before starting to play.
Ο καθιστός μουσικός προσάρμοσε το ύψος του πιάτσου πριν αρχίσει να παίζει.
Λεξικό Δέντρο
seated
seat



























