seated
Pronunciation
/ˈsitɪd/

Ορισμός και σημασία του "seated"στα αγγλικά

01

καθιστός, τοποθετημένος

positioned or settled in a seat or chair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seated
συγκριτικός βαθμός
more seated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The seated musician adjusted the height of the piano bench before starting to play.
Ο καθιστός μουσικός προσάρμοσε το ύψος του πιάτσου πριν αρχίσει να παίζει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store