Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seamless
Παραδείγματα
The seamless finish of the hardwood floor gave the room a polished look.
Η απρόσκοπτη ολοκλήρωση του ξύλινου δαπέδου έδωσε στο δωμάτιο μια γυαλιστερή εμφάνιση.
02
αδιάσπαστος, ομαλός
without any interruptions, mistakes, or visible imperfections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seamless
συγκριτικός βαθμός
more seamless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The app provided a seamless user experience, making navigation effortless and intuitive.
Η εφαρμογή παρείχε μια απρόσκοπτη εμπειρία χρήστη, κάνοντας την πλοήγηση αβίαστη και διαισθητική.
Λεξικό Δέντρο
seamlessly
seamless
seam



























