Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seamless
Παραδείγματα
The seamless countertop had a sleek and uniform appearance in the kitchen.
Η αδιάσπαστη πάγκος είχε μια κομψή και ομοιόμορφη εμφάνιση στην κουζίνα.
02
αδιάσπαστος, ομαλός
without any interruptions, mistakes, or visible imperfections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seamless
συγκριτικός βαθμός
more seamless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her speech was seamless, captivating the audience without a single stumble.
Η ομιλία της ήταν αψεγάδιαστη, γοητεύοντας το κοινό χωρίς ούτε ένα σκοτάδι.
Λεξικό Δέντρο
seamlessly
seamless
seam



























