Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrunch up
01
καθίζω στα γόνατα, κάθομαι στις φτέρνες
sit on one's heels
02
τσαλακώνω, ζαρώνω
make wrinkles or creases on a smooth surface; make a pressed, folded or wrinkled line in; `crisp' is archaic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
scrunch
ενεστώτας
scrunch up
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrunchs up
ενεστώτα μετοχή
scrunching up
απλός αόριστος
scrunched up
παθητική μετοχή
scrunched up



























