Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scout
01
ανιχνεύω, εξερευνώ
to search a specific area or group to find something or someone
Transitive: to scout an area or group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scout
γ΄ ενικό πρόσωπο
scouts
ενεστώτα μετοχή
scouting
απλός αόριστος
scouted
παθητική μετοχή
scouted
Παραδείγματα
The adventurers scouted the area, searching for a suitable camping spot near the river.
Οι περιηγητές ανιχνεύουν την περιοχή, αναζητώντας ένα κατάλληλο σημείο για κατασκήνωση κοντά στο ποτάμι.
Scout
01
ανιχνευτής, φρουρός
a person employed to keep watch for some anticipated event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scouts
02
ανιχνευτής, εξερευνητής
someone who can find paths through unexplored territory
03
ανιχνευτής, ανιχνευτής ταλέντων
a professional tasked with finding and recruiting new talent in various fields such as sports, entertainment, or business
Παραδείγματα
The scout traveled across the country to find the best athletes for the team.
Ο προσκοπικός ταξίδεψε σε όλη τη χώρα για να βρει τους καλύτερους αθλητές για την ομάδα.
04
προσκοπικός, σκάουτ
a Boy Scout or Girl Scout
05
ανιχνευτής, κατάσκοπος
a person, vehicle, or aircraft sent ahead to gather information about the enemy or surroundings
Παραδείγματα
The commander sent a scout to check the area.
Ο διοικητής έστειλε έναν ανιχνευτή να ελέγξει την περιοχή.



























