scintillating
Pronunciation
/sˈɪntɪlˌeɪɾɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "scintillating"στα αγγλικά

scintillating
01

λαμπερός, αστραφτερός

gleaming and full of flashes of light, like sparks or twinkling stars
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scintillating
συγκριτικός βαθμός
more scintillating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scintillating diamonds caught the light and sparkled brilliantly on her necklace.
Οι αστραφτεροί διαμάντια έπιασαν το φως και λάμπανε λαμπρά στο κολιέ της.
02

λαμπερός, ευφυής

brilliantly clever
03

λαμπερός, έξυπνος και γοητευτικός

possessing a combination of intelligence, excitement, and appeal
Παραδείγματα
The debate was marked by scintillating arguments and clever repartee from both sides.
Η συζήτηση σημαδεύτηκε από λαμπρά επιχειρήματα και έξυπνες απαντήσεις και από τις δύο πλευρές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store