Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scintillating
01
λαμπερός, αστραφτερός
gleaming and full of flashes of light, like sparks or twinkling stars
Παραδείγματα
The scintillating diamonds caught the light and sparkled brilliantly on her necklace.
Οι αστραφτεροί διαμάντια έπιασαν το φως και λάμπανε λαμπρά στο κολιέ της.
02
λαμπερός, ευφυής
brilliantly clever
03
λαμπερός, έξυπνος και γοητευτικός
possessing a combination of intelligence, excitement, and appeal
Παραδείγματα
The debate was marked by scintillating arguments and clever repartee from both sides.
Η συζήτηση σημαδεύτηκε από λαμπρά επιχειρήματα και έξυπνες απαντήσεις και από τις δύο πλευρές.
Λεξικό Δέντρο
scintillating
scintillate



























