scented
scen
ˈsɛn
sen
ted
tɪd
tid
denteddementedlamentedvented

Ορισμός και σημασία του "scented"στα αγγλικά

01

αρωματικός, ευωδιαστός

having a delightful aroma 
scented definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scented
συγκριτικός βαθμός
more scented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scented candles filled the room with the comforting aroma of vanilla and lavender. 

Τα αρωματικά κεριά γέμισαν το δωμάτιο με την ανακουφιστική μυρωδιά της βανίλιας και της λεβάντας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store