Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scented
συγκριτικός βαθμός
more scented
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
smell, products, sensation
Παραδείγματα
The scented candles filled the room with the comforting aroma of vanilla and lavender.
Τα αρωματικά κεριά γέμισαν το δωμάτιο με την ανακουφιστική μυρωδιά της βανίλιας και της λεβάντας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
scented
scent



























