Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schadenfreude
01
schadenfreude, χαρά από τη δυστυχία των άλλων
a delightful feeling gained from other people's misfortunes or troubles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schadenfreudes
Παραδείγματα
He couldn’t hide his schadenfreude when his rival failed miserably at the presentation.
Δεν μπορούσε να κρύψει τη schadenfreude του όταν ο αντίπαλός του απέτυχε παταγωδώς στην παρουσίαση.



























