schadenfreude
scha
ˈʃæ
shā
denf
dənf
dēnf
reude
ˌrɔɪd
royd

Ορισμός και σημασία του "schadenfreude"στα αγγλικά

01

schadenfreude, χαρά από τη δυστυχία των άλλων

a delightful feeling gained from other people's misfortunes or troubles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schadenfreudes
Παραδείγματα
He couldn’t hide his schadenfreude when his rival failed miserably at the presentation. 

Δεν μπορούσε να κρύψει τη schadenfreude του όταν ο αντίπαλός του απέτυχε παταγωδώς στην παρουσίαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store