scheduling
sche
ˈʃɛ
she
du
dju:
dyoo
ling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "scheduling"στα αγγλικά

01

προγραμματισμός, δρομολόγηση

setting an order and time for planned events 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schedulings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scheduling
schedule
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store