Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scheduling
01
προγραμματισμός, δρομολόγηση
setting an order and time for planned events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schedulings
Λεξικό Δέντρο
scheduling
schedule



























