scheduling
Pronunciation
/ˈskɛdʒuɫɪŋ/, /ˈskɛdʒʊɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "scheduling"στα αγγλικά

01

προγραμματισμός, δρομολόγηση

setting an order and time for planned events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schedulings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store