scenic
sce
ˈsi:
si
nic
nɪk
nik
neotenic

Ορισμός και σημασία του "scenic"στα αγγλικά

01

ζωγραφικός, πανοραμικός

having a very beautiful view of nature 
scenic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scenic
συγκριτικός βαθμός
more scenic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scenic drive along the coast offered stunning vistas of the ocean. 

Η γραφική βόλτα κατά μήκος της ακτής προσέφερε εντυπωσιακές θέας του ωκεανού.

02

σκηνικός, θεατρικός

of or relating to the stage or stage scenery 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store