scared
Pronunciation
/skɛrd/

Ορισμός και σημασία του "scared"στα αγγλικά

01

φοβισμένος, τρομαγμένος

feeling frightened or anxious
scared definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scared
συγκριτικός βαθμός
more scared
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He admitted he was scared of flying in airplanes.
Παρέδωσε ότι φοβόταν να πετάει με αεροπλάνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store