Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scarer
01
σκιάχτρο, τρομάκτης πουλιών
an effigy in the shape of a man to frighten birds away from seeds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scarers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
scarer
scar



























