scalper
scal
ˈskal
skal
per
scauperscarperscalerscamper

Ορισμός και σημασία του "scalper"στα αγγλικά

01

παρανόμως μεταπωλητής, σκαλπέρ

a person who illegally buys and resells tickets, goods, or services at higher prices 
Dialectamerican flagAmerican
toutbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scalpers
Παραδείγματα
He was arrested as a ticket scalper. 

Συνελήφθη ως αναμεταπωλητής εισιτηρίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scalper
scalp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store