saxist
sax
ˈsæk
sāk
ist
sɪst
sist
sexistsadist

Ορισμός και σημασία του "saxist"στα αγγλικά

01

σαξοφωνίστας, μουσικός που παίζει σαξόφωνο

a musician who plays the saxophone 
saxist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saxists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store